σεβασμιότητα

η / σεβασμιότης, -ητος, ΝΜΑ [σεβάσμιος]
1. η ιδιότητα τού σεβάσμιου
2. ιερότητα, αγιοσύνη
νεοελλ.-μσν.
(στον λόγιο τ. σεβασμιότης) τίτλος και προσφώνηση επισκόπου («η Αυτού Σεβασμιότης ο Μητροπολίτης Κορινθίας»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεβασμιότητα — [сэвазмиотита] ουσ. Θ. преподобие, преосвященство (титул духовных лиц) …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σεβασμιότητα — η 1. το να είναι κάποιος άξιος σεβασμού. 2. τίτλος και προσηγορία επισκόπου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σεβασμιότητα — Σεβασμιότης fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδελφότητα — Οργάνωση που αναπτύσσει επαγγελματική, φιλανθρωπική, κοινωνική ή θρησκευτική δράση. Α. ήταν και ενώσεις πιστών στη μεσαιωνική Ευρώπη, συνήθως υπό την προστασία ενός αγίου. Τα όρια μεταξύ συντεχνίας και α. είναι ασαφή, επειδή στην α. μετέχουν μέλη …   Dictionary of Greek

  • εύκλεια — Αρχαιοελληνική θεότητα που λατρευόταν κυρίως στην Αθήνα. Είχε κοινό ναό με την Ευνομία, χτισμένο με τα λάφυρα της μάχης του Μαραθώνα. Βωμοί και αγάλματά της υπήρχαν στη Βοιωτία, στη Λοκρίδα, στην Κόρινθο, στους Δελφούς κ.α. Στον βωμό της θυσίαζαν …   Dictionary of Greek

  • σεβασμοσύνη — ἡ, Α [σεβασμός] (ποιητ. τ.) η σεβασμιότητα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.